Social Icons

.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Εσύ τι νοσταλγείς;

 



συντάκτης του άρθρου
Χρύσα Δαγουλά Χρύσα Δαγουλά, ιστορικός, δημοσιογράφος

Kάπου στο αχανές του διαδικτύου κυκλοφορεί μια φωτογραφία που απεικονίζει μια κασέτα κι ένα μολύβι. Και που κάτω στη λεζάντα γράφει «οι νέες γενιές δε θα μάθουν ποτέ τι σχέση έχουν αυτά τα δύο».

Τη βρήκα αστεία και συνάμα μελαγχολική. Είναι αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση που σου αφήνει η νοσταλγία. Γιατί, ναι όσο κι αν έχει προοδεύσει η τεχνολογία, όσο κι τα βήματα που έχουμε κάνει είναι υπέρ του δέοντος σημαντικά, όσο κι αν εγώ η ίδια ακόμα, δηλώνω λάτρης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για τη διευκόλυνση που μας έχουν προσφέρει τόσο απλόχερα, στιγμές με πιάνω να αναπολώ συνήθειες και αντικείμενα του παρελθόντος. Τις κασέτες, τα γράμματα, τους δίσκους. Πράγματα που ο χρόνος τα έχει πάρει μαζί του. Πράγματα που έχουν χαθεί κι άλλα που οδεύουν προς τη λήθη. Όλα τούτα που όταν ανοίγει το σεντούκι των αναμνήσεων, δεν έχουν μυρωδιά ναφθαλίνης. Κάθε άλλο. Έχουν «άρωμα» παιδικών αναμνήσεων, σαν η τότε ζωή μας να έχει αφήσει πάνω τους μια γλύκα.

 Ναι, ας πούμε, είναι μαγικό που μπορείς και χωράς δισκοθήκες ολόκληρες σε ένα σκληρό δίσκο, που δε ξεπερνά το μέγεθος ενός βιβλίου. Που μπορείς ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίσεις το τραγούδι που ακούγεται στο χώρο και να το βρεις σε δευτερόλεπτα στο youtube. Να το ακούσεις. Να το έχεις (ίσως και δωρεάν) στον υπολογιστή σου σε λίγα λεπτά. Όμως, κάπως μου λείπει εκείνο το τότε που περιμέναμε πάνω από το ραδιόφωνο για να ακούσουμε το τραγούδι που ζητήσαμε. Που με προσμονή πατούσαμε το «record» για να το αποθηκεύσουμε σε κάποια κασέτα. Που το ακούγαμε έπειτα ηχογραφημένο μαζί με τη φωνή του ραδιοφωνικού παραγωγού. Κι έπειτα, που συλλέγαμε τα «καλύτερα» , τα αγαπημένα μας, σε άλλες κασέτες για να τις χαρίσουμε. Ίσως και με κάποια αφιέρωση.

Και ήταν ωραία που αντί για λίστες φακέλων με ονόματα «τάδε full discography» είχαμε δίσκους. Περιμέναμε την κυκλοφορία τους, συρρέαμε στο κοντινό δισκοπωλείο, κι ύστερα τρέχαμε όλο προσμονή να ανοίξουμε τη συσκευασία, να ξεφυλλίσουμε το συνοδευτικό βιβλιαράκι, να χαζέψουμε τις φωτογραφίες, να διαβάσουμε τους στίχους. Σαν ιεροτελεστία. Το δισκάκι πλημμύριζε το χώρο μελωδίες. Που τις ακούγαμε προσεκτικά. Πριν η ακρόαση γίνει κατανάλωση.

Όπως επίσης είναι, ας πούμε, μαγικό που μπορείς να στείλεις εκτενέστατα μηνύματα μέσα σε λίγα λεπτά και να λάβεις απάντηση άμεσα. Αλλά να κάπως έχω την αίσθηση πως όσο και να «προσωποποιούμε» τούτα τα ψηφιακά μηνύματα με επιλογή γραμματοσειράς, χρωμάτων και μεγεθύνσεων, πάντα κάτι θα λείπει σε σχέση με τα άλλα, τα χάρτινα γράμματα. Που μπορεί και να μην έφταναν ποτέ ή να έφταναν όταν ο καιρός είχε περάσει κι άλλα, δεκάδες πράγματα είχαν συμβεί στο μεσοδιάστημα. Σίγουρα καθόλου πρακτικό. Αλλά εκείνα τα λόγια στο χαρτί, οι μουτζούρες απ’ το στυλό για κάτι που έπρεπε να γραφτεί αλλιώς, το κίτρινο κουτί, τα γραμματόσημα, η προσμονή τα πρωινά για τον φάκελο κάτω από την πόρτα, είχαν μια δόση ρομαντισμού, που καμιά φορά είναι τόσο αναγκαίος – ίσως πιο αναγκαίος από τις παροδικές διευκολύνσεις.


Ίσως να είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αντιστέκομαι πεισματικά στους ηλεκτρονικούς αναγνώστες. Περισσότερο από φόβο, ότι το βιβλίο θα ακολουθήσει την πορεία των παραπάνω. Μπορεί από καιρό να μοιράζω τις αγορές μου σε ψηφιακά και τούβλινα βιβλιοπωλεία, όμως δε νιώθω ακόμα έτοιμη να αποχωριστώ το χάρτινο βιβλίο μου. Θα γίνει. Όλα δείχνουν πως θα γίνει. Γιατί αν αγαπάς το διάβασμα, είναι πρακτικά αδύνατο επί του παρόντος, να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις οικονομικά (άλλη και μεγάλη συζήτηση αυτή που αφορά στις τιμές των βιβλίων και δη των ελληνικών). Για αυτούς που η ανάγνωση είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια, οι e-readers είναι μάλλον μονόδρομος – ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Όμως, να, είναι που πώς μπορείς να υποκαταστήσεις αυτό το πρώτο ξεφύλλισμα, τα λόγια στο οπισθόφυλλο, τη μυρωδιά του βιβλίου;

Δεν είναι μόνον τα αντικείμενα. Φυσικά. Στο μυαλό μου τριγυρνά εκείνος ο στίχος «σούπερ μάρκετ ζωές και χαμένες στιγμές…» και αμέσως σκέφτομαι τις καλοκαιρινές βόλτες. Ακόμα και σήμερα, χαμογελώ σα μικρό παιδί όταν βλέπω παρέες μαζεμένες στις γειτονιές, στις αυλές, στα μπαλκόνια. Είναι ωραία αυτή η αίσθηση που δημιουργούν αυτές οι μοιρασμένες στιγμές. Όχι δια της οθόνης. Όχι δια πληκτρολογημένων μηνυμάτων. Όχι σα μοναξιές ενωμένες. Αλλά σαν παρέα. Που γελά, μαλώνει, θυμώνει, φωνάζει και πάλι απ’ την αρχή. Που γεμίζει το χώρο ουσιαστικά. Που πολυκύμαντες ζωές αφήνονται για λίγο και γίνονται νωχελικές. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία περνούν από το νου καλοκαίρια σε γειτονιές, με παγωτά, αναψυκτικά, συζητήσεις των μεγάλων και παρακάλια για να «μείνουμε λίγο ακόμα έξω».
Όλα τούτα ίσως να ακούγονται άτοπα, υπερβολικά ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί και να είναι. Μπορεί ο χρόνος να λειαίνει τις γωνίες, μπορεί να ‘ναι όπως τα λόγια εκείνου του βιβλίου, που η συγγραφέας του έλεγε «δεν εμπιστεύομαι τις αναμνήσεις, βουτάνε στο συναίσθημα και θολώνουν την εικόνα»1. Μπορεί. Έχουμε άλλωστε την τάση να ωραιοποιούμε τα όσα έχουν παρέλθει. Και σίγουρα αυτή η νοσταλγία είναι παροδική.

Δεν γίνεται να υποτιμήσει κανείς το πόσο τυχεροί είμαστε, που μπορούμε να έχουμε δίπλα μας ανά πάσα στιγμή όσους δεν είναι κοντά. Που μπορούμε να γράφουμε, να βλέπουμε, να ακούμε, να συνομιλούμε, να γνωρίζουμε, να μαθαίνουμε, να διασκεδάζουμε τόσο εύκολα και τόσο ανέξοδα. Ναι, αυτό το «παράθυρο» που έχουμε στον κόσμο είναι ανεκτίμητης αξίας. Όμως, να, είναι που καμιά φορά μυρωδιές κι εικόνες σε ταξιδεύουν προς τα πίσω. Και ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κι ετούτα τα ταξίδια έχουν μια ομορφιά; Είναι οι σταθερές μας. Είναι όλα αυτά που έχουν διαμορφώσει το σήμερα και τα αύριο μας.
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΕΣ ΤΟ ΜΕ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΛΟΓΙΑ