Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνήμες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020
Τα Φώτα οι Καλικάτζαροι και τα Ρουγκατσάρια
Τα Φώτα ή Θεοφάνια, είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της ορθόδοξης εκκλησίας μας. Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, θυμάμαι ως παιδί, την ενεργή συμμετοχή όλων στον εορτασμό, τον θρησκευτικό αλλά και τον…… παγανιστικό θα έλεγα.
Ρώτησα τότε τον ιερέα του χωριού, με τον οποίο με συνέδεε μια ιδιαίτερη σχέση και από τον οποίο είχα την πρώτη μου κατήχηση.
-Τι είναι τα Φώτα παππούλη;
- Φώτα παιδί μου ,το ονομάζει ο λαός και είναι το θείο βάπτισμα του Χριστού και αποτελεί μια γιορτή φωτισμού όλης της ανθρωπότητας. Σήμερα γιορτάζουμε τα Θεοφάνια. Σαν σήμερα στην βάπτιση του Χριστού μας, στον Ιορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε για πρώτη και μοναδική φορά η Αγία Τριάδα ταυτόχρονα !
Πρώτα, ο μεγάλος Θεός όπου ακούστηκε εξ ουρανού η φωνή του.
«Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα»
Ενώ την ίδια στιγμή εμφανίστηκε και το άγιο Πνεύμα σαν περιστέρι.
Παντού στην Ελλάδα παιδί μου, σήμερα, γίνεται ή ακολουθία του αγιασμού των υδάτων, σε παραλίες, σε μεγάλες δεξαμενές ή στις κολυμπήθρες των ναών όπως εμείς. Με την μετάληψη και τον ραντισμό αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από τις αμαρτίες μας.
Εμείς με το πέρας της ακολουθίας θα γυρίσουμε όλες τις γειτονιές του χωριού , και θα φωτίσουμε όλους τους ανθρώπους και όλα τα σπίτια.
Πράγματι μπροστά ο παπάς κρατώντας στο αριστερό χέρι ένα μικρό μεταλλικό δοχείο το μπακράτσι, με μεγάλο ανοιχτό στόμιο, γεμάτο αγιασμό και στο δεξί ένα κλωνάρι βασιλικό και πίσω εμείς, δύο μικρά παιδιά του δημοτικού, ο ένας να κρατάει την εικόνα της βαπτίσεως και ο άλλος να σέρνει το γαϊδουράκι, με κρεμασμένους στο σαμάρι πολλούς ντορβάδες .
Αρχίσαμε από το πιο απομακρυσμένη γειτονιά μπαίνοντας σε κάθε ορθάνοιχτο σπίτι όπου μας περίμεναν άνθρωποι, ολόκληρες οικογένειες, να τους αγιάσει ο παπάς, να ραντιστούν κατοικίες και αντικείμενα, για να φύγει μακριά το κακό.
Ο παπάς άρχιζε: Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις, του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρη Σοι… ραντίζοντας παντού, σπίτια, ανώγια κατώγια, αποθήκες , αυλές , πηγάδια. ΄
Στο καλό δωμάτιο των σπιτιών πάνω στο τραπέζι οι νοικοκυρές είχαν τοποθετήσει ένα πιάτο βαθύ, με νερό από το πηγάδι . Ο παπάς το ράντιζε και το αγίαζε. Το αγιασμένο νερό το κρατούσαν οι νοικοκυρές στο εικονοστάσι και το έπιναν με ευλάβεια όσοι από τα μέλη της οικογένειας αρρώσταιναν.
Τότε όλοι είχαν πίστη και περίμεναν με καρτερία τον αγιασμό. Μα όλοι! Παππούδες, γονείς, παιδιά, εγγόνια, συγγενείς ,περαστικοί, άγνωστοι, προσκυνούσαν την εικόνα, έπιναν τρεις γουλιές από τον αγιασμό, ενώ ο παπάς τους σταύρωνε και τους ράντιζε με τον βασιλικό. Οι κυράδες, μας κερνούσαν γλυκά και μας έδιναν κουλούρες, χοιρινό κρέας , λουκάνικα, πίτες , που όλα αυτά , τα στοιβάζαμε στα σακούλια, πάνω στο γαϊδουράκι.
Στους δρόμους δεν ήμασταν μόνοι. Πολλά μικρά παιδιά σε ομάδες των δύο ή τριών, γύριζαν τις γειτονιές και τραγουδούσαν στα σπίτια, τα κάλαντα των Φώτων. Το τραγούδι τους ακουγόταν από μακριά.
Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός και χαρές μεγάλες τ’ αφέντη μας........
Οι νοικοκυραίοι έδιναν γλυκά και χρήματα στα παιδιά και εκείνα ευχαριστημένα, στη συνέχεια τα μετρούσαν και έκαναν σχέδια που και πως θα τα ξοδέψουν.
Και τι είναι οι καλικάντζαροι παππούλη; Τον ξαναρώτησα.!
Καλικάντζαροι είναι «Δαιμόνια» παιδί μου! Βγαίνουν από τα έγκατα της γης για να πειράξουν τους ανθρώπους και να ανακατέψουν τα σπίτια. Είναι πολύ άσχημοι και κακομούτσουνοι. Άλλοι νάνοι, άλλοι ψηλοί άλλοι δασύτριχοι, με μάτια κόκκινα και αυτιά γαϊδάρου. Δόντια πιθήκου και τραγίσια πόδια .Όλο το χρόνο πελεκούν το δέντρο που στηρίζει την γη. Δεν έχουν ποτέ κατορθώσει να το κόψουν γιατί κάθε Χριστούγεννα ανεβαίνουν πάνω στη γη. Όσο λείπουν στον πάνω κόσμο το δέντρο ξαναγίνεται ακέραιο όπως πρώτα. Δεν κατορθώνουν ποτέ να κάνουν σωστή δουλειά. Τους αρέσουν τα εδέσματα των Χριστουγέννων. Θέλουν να μπουν στα σπίτια αλλά τώρα το χειμώνα όλες οι πόρτες και τα παράθυρα είναι κλειστά. Προσπαθούν από τα τζάκια , αλλά συνεχώς αυτές τις ημέρες, ανάβει φωτιά όλο το εικοσιτετράωρο και δεν το κατορθώνουν.
Ο κάθε νοικοκύρης έχει επιλέξει ένα ξύλο χοντρό και αγκαθερό, το χριστόξυλο ή σκαρκάτζαλο που καίει μέρα νύχτα όλο το δωδεκαήμερο.
Οι καλικάντζαροι δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, μόνο να τους πειράξουν. Το πιο έξυπνο κόλπο να τους απομακρύνουμε είναι να αφήνουμε ένα κόσκινο έξω στο πεζούλι .Οι καλικάντζαροι μετρούν τις τρύπες όλο το βράδυ χωρίς να το κατορθώσουν. Έτσι την αυγή θα φεύγουν.
Και ποιοι τους διώχνουν στον κάτω κόσμο;
-Ο αγιασμός που κάνουμε τώρα αλλά και τα Ρουγκατσάρια. Τα παιδιά ακολουθούν τα παλαιά έθιμα του λαού μας που φθάνουν μέχρι την αρχαιότητα και δεν έχουν καμιά σχέση με παγανιστικές δοξασίες. Τα έθιμα πρέπει τα τηρούνται. Αν ξεχάσουμε το παρελθόν μας θα χάσουμε την ταυτότητα μας. Όλα τα παιδιά που απαρτίζουν την ομάδα Ρουγκατσάρια, ήρθαν σήμερα στην εκκλησία και τους κοινώνησα. Ακούς τα κουδούνια από μακριά; Σε λίγο θα είναι κοντά μας.
Οι ομάδες μας σχεδόν διασταυρώθηκαν. Ξεχώριζαν μπροστά η νύφη και ο γαμπρός. Η νύφη-άντρας- με λευκό βέλο στο πρόσωπο, βαμμένα κόκκινα χείλια, φρύδια έντονα μαύρα, μαλλιά κοτσίδες μέχρι την μέση, δυο πορτοκάλια για στήθη, άσπρο νυφικό μέχρι τα γόνατα , με αξύριστα πόδια φορώντας τσαρούχια και ο γαμπρός ψηλός γεροδεμένος, με μεγάλο μουστάκι, μάλλινο άσπρο παντελόνι, πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, γιλέκο χρυσοκέντητο, κόκκινο ζουνάρι να μη μπορεί να τους ματιάσει κανείς, ζωσμένος δύο κουμπούρια στη μέση. Δίπλα του οι γονείς και ο κουμπάρος ντυμένοι ανάλογα κρατώντας γκλίτσες. Παραδίπλα ένας τσολιάς ζωσμένος στη μέση του, μια μεγάλη κουδούνα εμπρός και κυπριά γύρω του και άλλοι δύο κουδουνοφόροι αράπηδες να χοροπηδάνε. Οι γονείς οι κουμπάροι, οι φίλοι όλοι μασκαρεμένοι, να ακολουθούν.
Δύο από την ομάδα, βαμμένοι μαύροι, ασχημομούρηδες με κουρελιασμένα ρούχα -υποτίθεται ξένοι- ζωσμένοι δύο μεγάλα μπομπάρια , να προσπαθούν να φτάσουν την νύφη, αλλά να απωθούνται από τον γαμπρό και τους κουμπάρους. Όλος ο κόσμος στο κατώφλι .Μικρά παιδιά να τρέχουν, πέρα δώθε, τα σκυλιά να γαβγίζουν,οι γάτες να κρύβονται, τα ζώα να τσινάνε.
Πανζουρλισμός.
Ο παπάς και ο αγιασμός τελείωσαν, τα σκήπτρα στους Ρουγκατσάρηδες
Επιστρέψαμε στο σπίτι του παπά , μεταφέροντας όλα τα καλούδια που μαζέψαμε. Εκείνος μας ευχαρίστησε και μας χαρτζιλίκωσε γενναιόδωρα.
Συναντηθήκαμε με την ομάδα των Ρουγκατσάρηδων, για να συμμετέχουμε και εμείς στο πανηγύρι.
Εκεί με άλλους φίλους, τους ακολουθήσαμε στο υπόλοιπο χωριό, αλλά και πέρα από το χωριό στον οικισμό των Βλάχων, στα Μίλια, και στον σιδηροδρομικό σταθμό Δομοκού.
Εκεί ,στον σταθμό, που υπήρχαν εύποροι συγχωριανοί και μαγαζάτορες, τα γλυκά καθώς και αρκετά τάληρα θεωρούνταν δεδομένα.
Από τα μίλια στο σταθμό απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων έβαλαν δύο τρακτέρ με καρότσες να μας μεταφέρουν. Τέτοιο πανηγύρι μόνο σε γάμους βλέπαμε. Εκεί συνέβη κάτι σπάνιο. Ο σταθμάρχης καθυστέρησε την Οτομοτρίς (παλιό τρένο επιβατηγό) για να τραγουδήσει η ομάδα τα κάλαντα και να παιχτεί το σόου της παρενόχλησης της νύφης. Όλοι οι επιβάτες να φωνάζουν και χειροκροτούν και η αποβάθρα να γεμίσει από κέρματα.
Νοσταλγία και όμορφες θύμισες από τα παλιά.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑΒ.Κ. 02.01.2020
Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019
Χριστούγεννα στο χωριό τα παλιά ωραία χρόνια
Γράφει ο Βασίλης Καραγιάννης
Τα Χριστούγεννα ήταν πάντα μια μεγάλη γιορτή και αναμένονταν με λαχτάρα από όλους και ιδιαίτερα από εμάς, τότε, ως παιδιά. Ήταν η περίοδος, των διακοπών των σχολείων, που τραγουδούσαμε τα κάλαντα, και περιμέναμε την γέννηση του Χριστού. Ήταν η αγαπημένη μας γιορτή.
Οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα και όλοι, πλούσιοι και φτωχοί κάτι είχαν να χαρούν. Οι φούρνοι και οι γάστρες έψηναν αδιάκοπα ψωμί, φαγητά και γλυκά.
Όμως το στίγμα της έναρξης το δίναμε εμείς τα μικρά αγόρια και κορίτσια από πολύ νωρίς το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι για να πούμε τα κάλαντα.
« Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου
για βγάτε ιδέστε ,μάθετε το που ο Χριστός γεννάται.
Γεννάται και αναθρέφεται με μέλι και με γάλα…..»
Και η κάθε νοικοκυρά, μας καλοδέχονταν με τα γλυκά της γιορτής και με λίγα χρήματα. Εκτός αυτών ,ένοιωθε κανείς πως ήρθε η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης , το Πάσχα του χειμώνα που το λέγαν και από τις μυρωδιές από τις γάστρες των σπιτιών που έψηναν τα φαγητά και άλλα εδέσματα της γιορτής.
Θυμάμαι την ίδια ημέρα ,το σκούξιμο των γουρουνιών, όταν τα έσφαζαν οι νοικοκυραίοι.
Οι νοικοκυρές έφερναν αναμμένα κάρβουνα με στάχτη και τα έριχναν στο σφαγμένο λαιμό, του γουρουνιού καθώς και ένα ολόκληρο λεμόνι στο στόμα του.
Οι νοικοκύρηδες έκαναν τον διαχωρισμό του δέρματος. Κατόπιν καθάριζαν το λίπος από το δέρμα του, μέχρι να φανεί το κρέας. Το λίπος, που το ονόμαζαν «λίπα» το έβραζαν σε μεγάλα καζάνια και μετά αφού γινόταν κρέμα το αποθήκευαν σε τενεκέδες , λαΐνια και γυάλινα δοχεία και μ’ αυτό μαγείρευαν πολλά φαγητά τον χειμώνα.
Τα μικρά κομμάτια κρέατος που κόβονταν από το σώμα μαζί με το λίπος τα ονόμαζαν, τσιγαρίδες, και τα συντηρούσαν στο λίπος και με αυτά έκαναν τις πολύ νόστιμες τηγανιές.
Οι νοικοκυρές αφού έπλεναν πολύ καλά τα έντερα τα παραγέμιζαν με μικρά κομμάτια από κρέας, χορταρικά, μυρωδικά ,βότανα, μπαχαρικά και παρασκεύαζαν, τα Λουκάνικα και τα Μπουμπάρια.
Οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα και όλοι, πλούσιοι και φτωχοί κάτι είχαν να χαρούν. Οι φούρνοι και οι γάστρες έψηναν αδιάκοπα ψωμί, φαγητά και γλυκά.
Όμως το στίγμα της έναρξης το δίναμε εμείς τα μικρά αγόρια και κορίτσια από πολύ νωρίς το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι για να πούμε τα κάλαντα.
« Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου
για βγάτε ιδέστε ,μάθετε το που ο Χριστός γεννάται.
Γεννάται και αναθρέφεται με μέλι και με γάλα…..»
Και η κάθε νοικοκυρά, μας καλοδέχονταν με τα γλυκά της γιορτής και με λίγα χρήματα. Εκτός αυτών ,ένοιωθε κανείς πως ήρθε η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης , το Πάσχα του χειμώνα που το λέγαν και από τις μυρωδιές από τις γάστρες των σπιτιών που έψηναν τα φαγητά και άλλα εδέσματα της γιορτής.
Θυμάμαι την ίδια ημέρα ,το σκούξιμο των γουρουνιών, όταν τα έσφαζαν οι νοικοκυραίοι.
Οι νοικοκυρές έφερναν αναμμένα κάρβουνα με στάχτη και τα έριχναν στο σφαγμένο λαιμό, του γουρουνιού καθώς και ένα ολόκληρο λεμόνι στο στόμα του.
Οι νοικοκύρηδες έκαναν τον διαχωρισμό του δέρματος. Κατόπιν καθάριζαν το λίπος από το δέρμα του, μέχρι να φανεί το κρέας. Το λίπος, που το ονόμαζαν «λίπα» το έβραζαν σε μεγάλα καζάνια και μετά αφού γινόταν κρέμα το αποθήκευαν σε τενεκέδες , λαΐνια και γυάλινα δοχεία και μ’ αυτό μαγείρευαν πολλά φαγητά τον χειμώνα.
Τα μικρά κομμάτια κρέατος που κόβονταν από το σώμα μαζί με το λίπος τα ονόμαζαν, τσιγαρίδες, και τα συντηρούσαν στο λίπος και με αυτά έκαναν τις πολύ νόστιμες τηγανιές.
Οι νοικοκυρές αφού έπλεναν πολύ καλά τα έντερα τα παραγέμιζαν με μικρά κομμάτια από κρέας, χορταρικά, μυρωδικά ,βότανα, μπαχαρικά και παρασκεύαζαν, τα Λουκάνικα και τα Μπουμπάρια.
Τα λουκάνικα μπορούσαν να τα συντηρήσουν αρκετό καιρό, αφού τα κρεμούσαν , ψηλά στα δωμάτια και άλλους χώρους του σπιτιού όπου και ωρίμαζαν, στον αέρα.
Το κρέας το καβούρδιζαν με λιωμένο λίπος το βάζανε σε ειδικό βαρελάκι ρίχνοντας του λίπος όσο να σκεπαστεί, και το αποθήκευαν στο κελάρι. Το κρατούσαν όλο τον χειμώνα . Ήταν ένα από τα πιο νόστιμα χειμωνιάτικα εδέσματα.
Εκεί στο κελάρι θα έβρισκε κανείς το αμπάρι όπου αποθήκευαν το σιτάρι, το βαρέλι με το τυρί, το βαρέλι του κρασιού, την νταμιτζάνα με το τσίπουρο, τα αυτοσχέδια ράφια γεμάτα με πατάτες, ξερά κρεμμύδια και σκόρδα κρεμασμένα, κυδώνια , καρύδια κλπ. Λίγο πιο πέρα ήταν κρεμασμένο ένα ζύγι, μια παλάντζα, τα λανάρια, τα κοσκίνια, τα τσεκούρια, κλαδευτήρια και ότι άλλα γεωργικά εργαλεία που τους χρειάζονταν στην καθημερινή τους ζωή.
Αν έμπαινε κάποιος στο μαγειρειό θα έβλεπε τις στάμνες στο πεζούλι με τα γκιούμια γεμάτα με πόσιμο νερό από το πηγάδι. Πιο πέρα ο νεροχύτης με τον νιπτήρα κρεμασμένο.
Κάπου σε μια γωνιά ήταν ο χώρος της γάστρας, δίπλα πιο πέρα το τζάκι που ανάβανε φωτιά και μαγείρευαν, η πυροστιά και το τσιμπίδι και στον τοίχο μια λάμπα πετρελαίου, ένα μικρό καντήλι ή φανάρι και από την άλλη μεριά ο σοφράς και κάπου σ’ ένα ράφι οι γανωμένες κατσαρόλες τα ταψιά, ο μύλος του καφέ και άλλα αναγκαία χρειαζούμενα, σύνεργα για το νοικοκυριό.
Το μεγάλο τραπέζι θα γινόταν την άλλη ημέρα, μετά την εκκλησία, όπου και θα παρακολουθούσαμε, σύσσωμη οι οικογένεια, την θεία ακολουθία της γέννησης του Χριστού.
Ακόμα δεν χάραζε η ημέρα και ο μακαριστός Παπαθωμάς χτυπούσε την καμπάνα, καλώντας όλους του πιστούς.
Μικροί, μεγάλοι, γυναίκες και παιδιά, όλοι στην εκκλησία, στην Αγία Παρασκευή.
Καταχείμωνο και πολλές φορές, με λάσπες και χιόνια. Όμως όλοι εκεί αναμένοντας την γέννηση του Χριστού και να μεταλάβουμε την θεία κοινωνία.
Και έφτανε η ώρα που όλη η οικογένεια με ομόνοια , σεβασμό και ειλικρινή αγάπη μεταξύ τους κάθονταν στο τραπέζι να απολαύσουν τα εδέσματα που είχαν ετοιμάσει οι μανάδες , οι κόρες και οι νύφες , να πιούν κρασί δικό τους από το βαρέλι που παρασκεύασε ο πατέρας.
Τότε ήταν χαρά μεγάλη, η φιλοξενία. Δεν φιλοξενούσαν μόνο συγγενείς ή φίλους αλλά η πόρτα ήταν ανοιχτή για συγχωριανούς, ακόμα και περαστικούς.
Η θρησκευτική γιορτή η χαρά και το πανηγύρι η συμπαράσταση και ο σεβασμός η αρμονική συμβίωση στην οικογένεια και σε όλη την κοινότητα, όλα αυτά ρίζωσαν μέσα μας και έγιναν τρόπος της ζωής μας, όλη μας η ζωή.
Ήταν εκείνα τα ανέμελα χρόνια τα τόσο ξέγνοιαστα, αλλά κυρίως τα τόσο ανθρώπινα.
Β.Κ. 20/12/2019
Κάπου σε μια γωνιά ήταν ο χώρος της γάστρας, δίπλα πιο πέρα το τζάκι που ανάβανε φωτιά και μαγείρευαν, η πυροστιά και το τσιμπίδι και στον τοίχο μια λάμπα πετρελαίου, ένα μικρό καντήλι ή φανάρι και από την άλλη μεριά ο σοφράς και κάπου σ’ ένα ράφι οι γανωμένες κατσαρόλες τα ταψιά, ο μύλος του καφέ και άλλα αναγκαία χρειαζούμενα, σύνεργα για το νοικοκυριό.
Το μεγάλο τραπέζι θα γινόταν την άλλη ημέρα, μετά την εκκλησία, όπου και θα παρακολουθούσαμε, σύσσωμη οι οικογένεια, την θεία ακολουθία της γέννησης του Χριστού.
Ακόμα δεν χάραζε η ημέρα και ο μακαριστός Παπαθωμάς χτυπούσε την καμπάνα, καλώντας όλους του πιστούς.
Μικροί, μεγάλοι, γυναίκες και παιδιά, όλοι στην εκκλησία, στην Αγία Παρασκευή.
Καταχείμωνο και πολλές φορές, με λάσπες και χιόνια. Όμως όλοι εκεί αναμένοντας την γέννηση του Χριστού και να μεταλάβουμε την θεία κοινωνία.
Και έφτανε η ώρα που όλη η οικογένεια με ομόνοια , σεβασμό και ειλικρινή αγάπη μεταξύ τους κάθονταν στο τραπέζι να απολαύσουν τα εδέσματα που είχαν ετοιμάσει οι μανάδες , οι κόρες και οι νύφες , να πιούν κρασί δικό τους από το βαρέλι που παρασκεύασε ο πατέρας.
Τότε ήταν χαρά μεγάλη, η φιλοξενία. Δεν φιλοξενούσαν μόνο συγγενείς ή φίλους αλλά η πόρτα ήταν ανοιχτή για συγχωριανούς, ακόμα και περαστικούς.
Η θρησκευτική γιορτή η χαρά και το πανηγύρι η συμπαράσταση και ο σεβασμός η αρμονική συμβίωση στην οικογένεια και σε όλη την κοινότητα, όλα αυτά ρίζωσαν μέσα μας και έγιναν τρόπος της ζωής μας, όλη μας η ζωή.
Ήταν εκείνα τα ανέμελα χρόνια τα τόσο ξέγνοιαστα, αλλά κυρίως τα τόσο ανθρώπινα.
Β.Κ. 20/12/2019
Τρίτη 18 Ιουνίου 2019
Σιτάρι και Ψωμί
![]() |
| Το σιλό που χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος σιταριού |
Το αγαθό για τον αγρότη αλλά και για τον κάθε νοικοκύρη τότε ήταν το ψωμί.
Ο μεγάλος αγώνας του κάθε γονιού ήταν να υπάρχει στάρι,αλεύρι και ψωμί στο σπίτι.
Το φρέσκο ψωμί ψημένο στο φούρνο ήταν το νάμα της ζωής.
Από το 1932 με τον πρώτο αναδασμό, οι εκτάσεις γης που που ήταν περιμετρικά του χωριού (Περιστεριά, Μύλια, Μαγούλα, Σταθμός, Τσαΐρια, Αμπέλια, Άγιος Σεραφείμ, μοιράστηκαν στους Πουρναριώτες.
Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν κυρίως με την γεωργία αλλά και κτηνοτροφία.
Όποιος τότε είχε αρκετά χωράφια και ζώα θεωρούνταν μεγάλος νοικοκύρης.
Οι περισσότεροι, φτωχοί με κόπο και στερήσεις τα κατάφερναν.
Το όργωμα το αγρών για την παραγωγή σταριού -του πλούτου της ζωής- γινόταν με τα λεγόμενα ‘’ζευγάρια’’. Άλογα ή βόδια, έσερναν το αλέτρι με τον γεωργό να το οδηγεί, να σπέρνει την γη και να την αυλακώνει.
Δεν ήταν μόνον το όργωμα και η σπορά αλλά και το αλώνισμα ήταν μια πολύ σκληρή και χρονοβόρα διεργασία.
Τα δεμάτια του θερισμού τα συγκέντρωναν- στα αλώνια σε θημωνιές- στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Γεωργίου. Εκεί άπλωναν τα στάχια καταγής όπου τα πατούσαν τα ζώα με τις οπλές τους , αφού περιφέρονταν συνέχεια κάνοντας κύκλους γύρω από ένα κεντρικό στύλο στο μέσο του αλωνιού. Τα στάχια τρίβονταν από τις οπλές των ζώων και ξεχώριζε το στάρι.
Όμως κατόπιν άρχιζαν τα δύσκολα. Ο νοικοκύρης θα έπρεπε να ξεχωρίσει το στάρι από το άχυρο. Με το φτυάρι πετούσε στάρι και στάχια ψηλά. Ο αέρας παρέσερνε το άχυρο και το στάρι συγκεντρωνόταν κοντά του.
Μια χρονοβόρα ,δύσκολη και πολύ κουραστική διεργασία.
Οι παραδοσιακές ντόπιες ποικιλίες που καλλιεργούνταν τότε ήταν το μαλακό «Νούμερο» και τα σκληρά «Λήμνος» και Ντεβέτα»
Μεταπολεμικά με την οικονομική βοήθεια της Αμερικής και το «Σχέδιο Μάρσαλ» την περίοδο 1948-1952 αγοράστηκαν τα πρώτα γεωργικά μηχανήματα, τα τρακτέρ και οι αλωνιστικές μηχανές που άλλαξαν ριζικά τον τρόπο παραγωγής και διαχείρισης του σταριού.
Ο θερισμός των σιτηρών συνεχίστηκε να γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο για αρκετά χρόνια ακόμη, οπότε και αποτελούσε μεγάλο γεγονός. Κατά ομάδες συγγενείς και φίλοι συμμετείχαν στο θερισμό εκ περιτροπής , κόβοντας τα στάχυα με το δρεπάνι κάνοντας τα μικρά δεμάτια.
Εμείς τα παιδιά μεταφέραμε τα δεμάτια με γαϊδουράκια ή άλογα στα αλώνια σε περιοχή κοντά στον Άγιο Γεώργιο, όπου τα στοίβαζαν σε μεγάλες θημωνιές
Θυμάμαι τις αλωνιστικές μηχανές τις λεγόμενες ’’πατόζες’’ που αντικατέστησαν τον χειροκίνητο αλωνισμό, οι οποίες δεν ήταν αυτοκινούμενες.
![]() |
| H πρώτη θεριζοαλωνιστική μηχανή στο Πουρνάρι Δομοκού. Τέλος δεκαετίας του '60. |
Την κίνηση λειτουργίας τους την έπαιρναν από τρακτέρ με μακρύ ιμάντα. Οι μηχανές αυτές ξεχώριζαν το σιτάρι από το άχυρο.
Με καθαρό σιτάρι –οι αγρότες- γέμιζαν τσουβάλια και τα μετέφεραν στις αποθήκες, ενώ από άλλη έξοδο της πατόζας συνέλεγαν τα λεγόμενα «σκύβαλα» που χρησιμοποιούνταν για ζωοτροφή. Άλλη μηχανή συμπίεζε το άχυρο και το έκανε ορθογώνιες μπάλες για τροφή των μεγάλων ζώων. Τεχνολογία που ξεκούρασε τον αγρότη και απέδωσε καθαρή και μεγαλύτερη παραγωγή.
Το σιτάρι αλεθόταν στους νερόμυλους, στην τοποθεσία Μύλια, όπου υπήρχαν πέντε παλαιοί νερόμυλοι από τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Με το σιτάρι δεν παρασκευάζονταν μόνον ψωμί αλλά πλήθος άλλων παραγώγων και εδεσμάτων ικανά να αποθηκευτούν και καταναλωθούν μετά από αρκετό καιρό.
(Δεν ξεχνώ τους φίλους στο αλώνι που παίζαμε, να έρχονται με μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με ζάχαρη βρεγμένη με νερό)
Με την εξέλιξη της τεχνολογίας τη δεκαετία του 60 κατέφθασαν νέες θεριζοαλωνιστικές μηχανές οι λεγόμενες «Κομπίνες» όπου ταυτόχρονα θέριζαν και αλώνιζαν το σιτάρι στο χωράφι. Ο γεωργός είχε να κάνει πλέον τα ελάχιστα παρά μόνο, σχέδια και υπολογισμούς .
Η καλλιέργεια των σιτηρών σταμάτησε τη δεκαετία του 80 με τον τελευταίο αναδασμό.
Ο αναδασμός συγκέντρωσε τις σκόρπιες ιδιοκτησίες αξιοποιώντας τα κτήματα με αρδευτικές γεωτρήσεις και νέου τύπου αρδευτικά και καλλιεργητικά συστήματα. Συνήθως οι χωρικοί έσπερναν βαμβάκι ή τεύτλα που ήταν προϊόντα πολύ αποδοτικά και επί πλέον οι αγρότες ενισχύονταν με επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι μεγάλες αποδόσεις συνδυάστηκαν με την χρήση αλόγιστης ποσότητας λιπασμάτων με αποτέλεσμα να μολυνθούν τα υπόγεια νερά με νιτρικά. Δυστυχώς σήμερα τα νερά που έτρεχαν στις βρύσες από αιώνες, καθώς και στα πηγάδια που είχαν οι οικογένειες στις αυλές τους θεωρούνται ακατάλληλα προς πόση και οι κάτοικοι αγοράζουν εμφιαλωμένα μπουκάλια.
Κυλινδρόμυλοι επίσης κατασκευάστηκαν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της επαρχίας, (καταργώντας τους πέντε νερόμυλους που κατεργάζονταν το στάρι) που παράγουν πλέον το λευκό αλεύρι το λεγόμενο «φαρίνα». Όλοι νόμιζαν τότε ότι το άσπρο ψωμί από φαρίνα ήταν καλλίτερο άλλα κανείς δεν γνώριζε ότι το άσπρο ψωμί είναι στην ουσία -νεκρές θερμίδες- αφού αφαιρείται κατά την επεξεργασία το μεγαλύτερο μέρος του φύτρου και του πίτουρου που περιέχουν πολύτιμα θρεπτικά συστατικά. Μόνον μετά δεκαετίες οι διατροφολόγοι, μας συστήνουν να ξαναγυρίσουμε στο μαύρο ψωμί. Εμείς ανατραφήκαμε με το μαύρο ψωμί και δεν διανοείτο τότε κάποιος να πετάξει έστω και ψίχουλο.
Σήμερα δυστυχώς, ακούμε τις μανάδες να λένε στο παιδί τους.
- Μη τρως πολύ ψωμί, φάε το φαγητό σου!!! Ίσως και να έχουν δίκαιο ,γιατί αυτό που τρώμε δεν είναι ψωμί. Δεν είναι ψωμί γιατί δεν είναι από στάρι σαν είναι εκείνο που κρατούσε για σπόρο ο γεωργός , που το έσπερνε ,το θέριζε, το αλώνιζε το έκανε αλεύρι και η μάνα το κοσκίνιζε το ζύμωνε το έψηνε και το μοίραζε στο τραπέζι σαν ιεροτελεστία μην πέσει ψίχουλο καταγής. .
Βασίλης ΚαραγιάννηςΚυριακή 5 Μαΐου 2019
Το εξωκλήσι του Αγίου Σεραφείμ
Στις 6 Μαΐου πανηγύριζε το εκκλησάκι του Αγίου Σεραφείμ στην Κουζλόπα. Το χωριό σύσσωμο, αλλά και πανηγυριώτες από κοντινά χωριά καθ’ ομάδες συναθροίζονταν στην εκκλησία αλλά και στον περίβολο χώρο να ασπασθούν την εικόνα του Αγίου και να συμμετάσχουν στην θεία λειτουργία.
Από τα ξημερώματα ο παπά-Θωμάς για να προλάβει, καβάλα στο γαϊδουράκι από το χωριό μέχρι το εκκλησάκι, έψαλλε τον όρθρο.
Όλο το χωριό, παιδιά, μεγάλοι ακολουθούσαν
Η θεία λειτουργία ετελείτο με όλους του ιερείς των γύρω χωριών προεξάρχοντος του πάντοτε του παπά-Θωμά.
Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας άρχιζε το φαγοπότι και το γλέντι. Από τα ξημερώματα ο παπά-Θωμάς για να προλάβει, καβάλα στο γαϊδουράκι από το χωριό μέχρι το εκκλησάκι, έψαλλε τον όρθρο.
Όλο το χωριό, παιδιά, μεγάλοι ακολουθούσαν
Η θεία λειτουργία ετελείτο με όλους του ιερείς των γύρω χωριών προεξάρχοντος του πάντοτε του παπά-Θωμά. Ο τόπος πανέμορφος, κατάφυτος από όλων των ειδών τα λουλούδια της άνοιξης να μοσχοβολούν. Η καλή και ευχάριστη διάθεση μικρών και μεγάλων να ζωγραφίζονταν στα πρόσωπά μας.
Εκεί αντάμωναν φίλοι και συγγενείς των γύρω χωριών και το γλέντι και χορός κρατούσαν μέχρι να πέσει ο ήλιος . Το φαγοπότι δεν σταματούσε. Οικογένειες, φίλοι, περαστικοί, ξένοι όλοι ήταν ευπρόσδεκτοι. Οι μανάδες και κοπέλες άπλωναν τραπεζομάντιλα πάνω στη χλόη και εκεί μοιραζόταν τα φαγητά το άφθονο κρασί και τα γλυκά.
Τα κλαρίνα , τα λαούτα , τα βιολιά και ο χορός ακολουθούσαν. Μικροί, μεγάλοι, νέες κοπέλες ,υποψήφιοι γαμπροί όλοι με την εμφάνιση τους τον χορό έδειχναν τα προσόντα τους.
Ο άγιος Σεραφείμ είναι τοπικός Άγιος. Γεννήθηκε στο Ζέλι Αμφίκλειας , ασκήτεψε στο όρος Δρόμπου Λιβαδειάς και εκοιμήθη το 1602. Έκανε πολλά θαύματα και γιορτάζεται από τους πουρναριώτες στις 6 Μαΐου
Υ.Γ. Υπάρχουν επιβεβαιωμένες μαρτυρίες, και σήμερα ζώντων πουρναριωτών ότι έχουν δει ολοζώντανο τον άγιο με το άσπρο άλογο του, που τους μίλησε.
Βασίλης Καραγιάννης
Σάββατο 4 Μαΐου 2019
Ο μεγάλος σεισμός του 1954 στο Πουρνάρι

Ήταν 30 Απριλίου του 1954, Παρασκευή απόγευμα της Ζωοδόχου Πηγής, πέντε ημέρες μετά το Πάσχα, μιας ηλιόλουστης ημέρας όπου ο φίλος μου Γιάννης και εγώ (παιδάκια 6 ετών) ήμασταν στο ‘’γιούρτι’’ πάνω σε μια κορομηλιά που μόλις είχε βγάλει κορόμηλα μικρά σαν στραγάλια. Ακούσαμε πρώτα ένα μεγάλο βουητό και λέει ο Γιάννης:
-Πω πω !! Μεγάλο τρακτέρ θα περνάει!!!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και σείστηκε η γη.
Το δέντρο πηγαινοερχόταν. Τα κλαδιά του ακουμπούσαν στην γη. Ένα σύννεφο από σκόνη και κουρνιαχτό σηκώθηκε που σκοτείνιασε τον ήλιο. Εμείς γαντζωμένοι στο δέντρο πηγαινοερχόμασταν πάνω από μισό λεπτό. Δεν ξέραμε τι συνέβαινε. Τρέξαμε προς το σπίτι. Ο κόσμος αλαφιασμένος έτρεχε και φώναζε. Ακούγαμε σεισμός-σεισμός και δεν χρειάστηκε να ρωτήσουμε τι σημαίνει. Τον είχαμε γευτεί για τα καλά και από ψηλά.
Ακούγαμε τον κρότο των τοίχων που γκρεμίζονταν ανάμεικτο με κραυγές απελπισίας του κόσμου που έτρεχε για να σωθεί.
Όσοι είχαν βρεθεί μακριά από τα σπίτια τους έτρεχαν προς αυτά με κλάματα δείχνοντας την αγωνία τους για την τύχη των δικών τους.
Πολλοί φώναζαν τα ονόματα των αγαπημένων τους. Που είναι τα παιδιά; Πατέρα ζεις; Αδερφέ μου! Μάνα μου ! Παναγιά μου μη μας αφήνεις να χαθούμε!.
Άλλοι που κατά την μαρτυρία τους βρίσκονταν σε παρακείμενο λόφο, την ώρα του σεισμού έβλεπαν τα βράχια να κατρακυλούν κατεπάνω τους που με θαύμα της Παναγίας σώθηκαν.
Ήταν η ημέρα της γιορτής της.
Αρκετές ώρες μετά τον σεισμό ο ορίζοντας ήταν σκοτεινός από τα σύννεφα χώματος που υψώνονταν σε όλη την έκτασή του.
Σπίτια, αποθήκες, στάβλοι είχαν γκρεμιστεί.
Η σκοτεινιά μαζί με μια περίεργη μυρουδιά του αέρα και οι μικρότερες δονήσεις, μας κράτησαν ξύπνιους και σε αγωνία μακριά από τα σπίτια μας έως την άλλη ημέρα.
Όλοι συγκεντρωμένοι στις αυλές και στην πλατεία. Οι πιο τολμηροί για ότι χρειαζόταν να πάρουν από τα σπίτια ,έτρεχαν σαν αστραπή στο εσωτερικό του σπιτιού και έβγαιναν αμέσως έξω. Από τα μισογκρεμισμένα σπίτια μετέφεραν στο ύπαιθρο όσα υπάρχοντα τους μπορούσαν να διασώσουν.
Την επομένη οι εφημερίδες σε έκτακτη έκδοση έγραφαν.
"Μετά την συμφοράν, η οποία έπληξε την περιοχήν της Θεσσαλίας ο βασιλεύς και οι υπουργοί της κυβερνήσεως εις τους τόπους των καταστροφών προς παροχήν βοηθείας εις τα θύματα.
Ο Βόλος, η Λάρισα, η Καρδίτσα, τα Τρίκαλα, η Καλαμπάκα, αλλά και προπάντων τα Φάρσαλα, οι Σοφάδες και ο Δομοκός δέχτηκαν βαρύτατον πλήγμα.
Η γη έβραζε κάτω από τα πόδια των κατοίκων - ρωγμές εις το έδαφος - σε πολλά σημεία ξεχύθηκε αχνιστό νερό και σχηματίστηκαν μικρές λίμνες.
Ένας χείμαρρος που περνά από τους Σοφάδες στέρεψε για πολλές ώρες και όταν το νερό ξανάρθε ήταν θολό και βρώμικο.
Από τον πρώτο έλεγχο ανεφέρθησαν:
Εις το χωριό Σοφάδες κατέρευσαν 600 οικίαι και κατέστησαν ετοιμόρροποι 300
6 άτομα εφονεύθησαν και 61 ευτραυατίσθηκαν εξ ων 15 βαρέως
Εις το Λεοντάριον επί 300 οικιών κατέρρευσαν αι 80 και εβλάβησαν αλλαι 80
Εις το χωριόν ασημοχωρίον επί 170 οικιών το ήμισυ κατέρευσαν και αι υπόλοιποι κατέστησαν ετοιμόρροποι.
Εις τα Γεφύρια επί 12 οικιών κατέρευσαν ή υπέστησαν σοβαράς βλάβας το σύνολο τούτων"
Την άλλη ημέρα ήρθαν στο χωριό μας, στρατιωτικά αυτοκίνητα «Τζέιμς» και οι στρατιώτες, έστησαν σκηνές στην πλατεία και στου Χαρίτου το Αλώνι. Μοίρασαν τρόφιμα και κουβέρτες. Παρέδωσαν δε και στην Αργυρώ την δασκάλα μας ένα δέμα «πρώτων βοηθειών»
Όλος ο κόσμος έμεινε στις σκηνές αφού μετέφεραν κλινοσκεπάσματα από τα σπίτια τους.
Ορίστηκαν επιτροπές από τους κατοίκους για την διαχείριση τροφίμων, παροχής συσσιτίων και αστυνόμευσης της περιοχής κυρίως τα βράδια.
Ζούσαμε στον καταυλισμό όπως σήμερα οι πρόσφυγες και οι μετανάστες.
Τότε ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε και ο καταυλισμός φωτιζόταν τα βράδια με λάμπες πετρελαίου και ασετιλίνης.
Ακολούθησαν οι επιτροπές μηχανικών του κράτους που πρώτα έλεγξαν τα δημόσια κτίρια, εκκλησία (Αγία Παρασκευή), σχολείο και κοινοτικό γραφείο τα οποία έκριναν ακατάλληλα και κατεδαφιστέα.
Οι δονήσεις συνεχίζονταν . Οι τεράστιες ρωγμές της γης που άφησε ο σεισμός στην επιφάνεια της ήταν ορατές αρκετό χρόνο μετά. Η σιδηροδρομική γραμμή στο χωριό Βελεσιώτες κόπηκε και επισκευαζόταν πολύ συχνά λόγω μετατοπίσεων.
Εν τω μεταξύ ισχυροί μετασεισμοί συνέβησαν και τις επόμενες ημέρες και μήνες.
Οι επιτροπές με μηχανικούς έλεγξαν όλα τα κτίρια, σπίτια και αποθήκες και όσα έκριναν μη κατοικήσιμα τα σημείωναν με κόκκινο σταυρό.
Ο στρατός συνέχισε να φέρνει τρόφιμα, καθώς και οι ίδιοι οι χωρικοί.
Η κατάσταση των κτισμάτων στο χωριό μας δεν ήταν καθόλου καλή. Τα δημόσια κτίρια καθώς και το καμπαναριό της εκκλησίας είχαν γκρεμιστεί. Τα περισσότερα σπίτια είχαν πέσει. Το πατρικό σπίτι του θείου και της μάνας μου ήταν μονώροφο με τούς τοίχους χτισμένους με πέτρες και λάσπη. Από την δόνηση έκανε ρωγμές και έπεσε τμήμα της στέγης. Κρίθηκε και αυτό μη κατοικήσιμο.
Για όσα σπίτια κρίθηκαν μη κατοικήσιμα το κράτος έδωσε στους ιδιοκτήτες δάνεια 15.000 δραχμές να κτίσουν νέα σπίτια τα λεγόμενα αντισεισμικά. Για τα δημόσια κτίρια το ποσό ήταν μεγαλύτερο.
Πρώτο μέλημα των χωρικών ήταν να μπορέσουν να επισκευάσουν τα σπίτια τους έστω και πρόχειρα ώστε να καταστούν κατοικήσιμα και δεύτερον να χτίσουν καινούρια σπίτια. Τότε δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα λόγω έλλειψης οικοδόμων.
Μέχρι να χτιστεί η νέα εκκλησία στα θεμέλια της παλαιάς, στήθηκε ένα ξύλινο παράπηγμα με τοίχους καλυμμένους από πισσόχαρτο όπου εκεί ετελούντο οι θείες λειτουργίες και τα μυστήρια μέχρι το 1962.
Τις Κυριακές και γιορτές οι χωρικοί συναθροίζονταν στην εκκλησία και προσεύχονταν στην αγία Παρασκευή.
Ο μακαριστός παπα-Θωμάς κυρίαρχη μορφή του χωριού, ένας πολύ ενεργητικός και σεβαστός σε όλους ιερωμένος έκανε το παν να ξαναχτιστεί νέος ωραιότατος ναός σε ρυθμό βασιλικής όπως και ο προηγούμενος.
Στην πλατεία, εκατό μέτρα μακριά από την εκκλησία, χτίστηκε και το νέο κοινοτικό γραφείο.
Όσον αφορά το νέο σχολείο με προσωπική εργασία των κατοίκων, έρανο και δωρεά γνωστού μεγάλου γαιοκτήμονα της περιοχής ξαναχτίστηκε σε κεντρικό σημείο του χωριού.
Το σχολείο είναι ένα από τα πιο ωραία κλασικά κτίρια εκείνης της εποχής.
Τις ελάχιστες φορές που επισκέπτομαι το χωριό στέκομαι ώρα και ατενίζοντας το μου επανέρχονται αξέχαστες μνήμες της παιδικής μου ηλικίας.
Ο θείος επισκεύασε το πατρικό και μέναμε σ' αυτό. Πήρε και το δάνειο και έκτισε το νέο αντισεισμικό σπίτι. Τα αντισεισμικά σπίτια - για πρώτη φορά- κτίζονταν με κοκκινότουβλα, τσιμέντο, ασβέστη και σενάζια με μπετόν και σιδερόβεργες. Το δάνειο ήταν τόσο μικρό που έφτασε για το κτίσιμο ενός δωματίου ενός μικρού χωλ και μιας μικρής κουζίνας. Το σχέδιο του κτίσματος δινόταν από το κράτος μαζί με το δάνειο. Όποιοι είχαν χρήματα μπορούσαν να το επεκτείνουν. Τα δάνεια αυτά οι μετέπειτα κυβερνήσεις τα χάρισαν στους σεισμόπληκτους.
Το 1956 μεταφερθήκαμε στο νέο σπίτι στο οποίο οι τοίχοι ήταν ακόμα ασοβάντιστοι.. Αυτό ήταν άνευ σημασίας. Τώρα ζούσαμε σε ολοκαίνουργο αντισεισμικό σπίτι. Ήταν για όλους μας η αρχή μιας νέας εποχής.
Ο σεισμός του 1954 ήταν πολύ ισχυρός. Μετρήθηκε επτά Ρίχτερ και χαρακτηρίστηκε ένας από τους πέντε μεγαλύτερους σεισμούς που έπληξαν την χώρα μας τα τελευταία 100 χρόνια. Το επίκεντρο του είχε εκτιμηθεί ότι ήταν τρία χιλιόμετρα από το χωριό μας, στην εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης ανάμεσα στα χωριά Πουρνάρι και νέο Μοναστήρι στην θέση «Πλάτανος».
Μετά τον κυρίως σεισμό έγιναν πολλοί μετασεισμοί με επίκεντρο την ευρύτερη περιοχή και ένας εξ αυτών είχε επίκεντρο την θέση «Περιστεριά» ένα χιλιόμετρο από το κέντρο του χωριού μας.
Ο μεγάλος σεισμός έμεινε στην ιστορία ως «Σεισμός των Σοφάδων» διότι η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς. Έγινε αισθητός σε όλη την Ελλάδα με μεγάλες καταστροφές στους νομούς Φθιώτιδας, Καρδίτσας, Τρικάλων, Λαρίσης και Μαγνησίας. Οι επαρχίες και πόλεις Δομοκού, Σοφάδων, Φαρσάλων, Καρδίτσας και Αλμυρού υπέστησαν τις μεγαλύτερες καταστροφές.
Οι σεισμολόγοι προσδιόρισαν με ακρίβεια πως ο σεισμός προήλθε από ρήγμα 44 χιλιομέτρων με κατεύθυνση ανατολή-δύση.
Υπολογίζεται ότι σε όλη την επικράτεια 6.500 κτήρια υπέστησαν ολική καταστροφή 9.000 με σοβαρές ζημιές και 13.000 ελαφρύτερες ενώ σκοτώθηκαν 30 άνθρωποι και εκατοντάδες τραυματίστηκαν.
Βασίλης Καραγιάννης
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018
Το μικρό μου Blog
Περάσανε δέκα χρόνια από τις 26 Σεπτεμβρίου 2008 όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με κάτι πρωτόγνωρο για μένα.
Μικρές αναρτήσεις, φωτογραφίες από το χωριό, φωτογραφίες παλιές, οι οποίες συγκεντρώθηκαν με την βοήθεια των συγχωριανών μας.
Αργότερα, σαν έμαθα κάποια πράγματα για την λειτουργία του, οι αναρτήσεις γίνανε πιο συχνές.
pournari.blogspot.com
Τώρα υπολειτουργεί αλλά δεν έχει κλείσει.
Ευχαριστώ όλους εσάς που το αγγαλιάσατε με τις επισκέψεις σας και το αγαπήσατε.
Ευχαριστώ τους φίλους bloggers που με την εμπειρία τους με βοήθησαν να το ζωντανέψω.
Κάποια στιγμή.....κάποτε..... ίσως.. μπορεί...... ποιος ξέρει να πάρει ξανά ζωή........
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018
Στους δασκάλους μας με αγάπη
Γράφει ο Βασίλης Καραγιάννης
Σπουδαίος ο ρόλος του δάσκαλου!
Μας κυνηγάει σε όλη μας την ζωή με αναμνήσεις και συγκίνηση, με χαμόγελα και δάκρυα.
Αλήθεια τι να πρωτοθυμηθώ! Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες, όμως η σχέση ζωής και αλληλεξάρτησης παρέμεινε διότι ήταν μια σχέση δημιουργική και έντονη.
Τα παιδιά είναι πλάσματα από πηλό ,όμως φτιαγμένα από το καλλίτερο υλικό. Μόνο που είναι αδιαμόρφωτα.
Εκείνοι όμως που ξέρουν τι πρέπει να κάνουν , ποιο είναι το λειτούργημα και ο σκοπός τους, που ξέρουν να πλάθουν παιδικές ψυχές και να διδάξουν τις μεγαλύτερες αρετές του κόσμου, είναι οι δάσκαλοι.
Δύο τέτοιοι σεμνοί και αξιαγάπητοι άνθρωποι ήταν το ζεύγος Τσιρπέλη – η Ντίνα και ο Ελπιδοφόρος - οι δάσκαλοι μας.
Το σχολείο μας ήταν καινούριο, πετρόχτιστο, κτισμένο μετά τον σεισμό, . Οι δύο μεγάλες αίθουσες χωρούσαν τρεις τάξεις η κάθε μία, με καινούρια θρανία και μαυροπίνακες, με μεγάλα φωτεινά παράθυρα προς την αυλή, με δύο υπερυψωμένες εισόδους με σκαλιά και δύο επιπλέον δωμάτια για γραφείο και κατοικία των δασκάλων.
Η αυλή ήταν αρκετά μεγάλη περιφραγμένη με συρματόπλεγμα. Στην άκρη της αυλής είχαν ανοίξει και ένα πηγάδι με τουλούμπα (χειραντλία) να πίνουμε νερό.
Οι δάσκαλοι ήταν νέοι άνθρωποι με νέες ιδέες. Η Ντίνα δίδασκε στις τρεις μικρές τάξεις και ο Ελπιδοφόρος στις τρεις μεγάλες. Ήταν αυστηροί και απαιτητικοί. Είχαν άμεση επαφή με τους γονείς αλλά ήταν συγκαταβατικοί διότι γνώριζαν ότι αρκετοί γονείς δεν είχαν οικονομική ευχέρεια για βοηθήματα ή και ακόμα να μη γνώριζαν πολλά γράμματα ώστε να μπορούν να προσφέρουν την όποια βοήθεια χρειαζόταν το παιδί.
Οι δάσκαλοι είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου την παιδεία μας. Ο έλεγχος δεν γινόταν μόνο στο σχολείο αλλά και στα σπίτια.
Θα έπρεπε καθημερινά να ήμασταν διαβασμένοι να έχουμε κάνει την αντιγραφή και να έχουμε και τις ασκήσεις της αριθμητικής λυμένες. Κάτι που σήμερα είναι αυτονόητο, για μας τότε δεν ήταν και τον ελεύθερο χρόνο τον διαθέταμε για δουλειές του σπιτιού και για παιχνίδι. Τότε καμιά φορά δοκιμάζαμε την βίτσα του Ελπιδοφόρου.
Οι γονείς μας είχαν εμπιστοσύνη στους δασκάλους και ήταν της λογικής ότι αν σ,έδερνε ο δάσκαλος είχε τον λόγο του και αν τολμούσες να τους το αναφέρεις σε έδερναν και εκείνοι.
Ο μεγάλος μπελάς ήταν ότι θα’ πρεπε να γράφουμε με μελάνι από το μελανοδοχείο, με πένα περασμένη στον, κονδυλοφόρο και ένα στυπόχαρτο να μαζεύει τα μελάνια. Ήταν πολύ δύσκολο για την ηλικία μας. Συνέχεια τα χέρια και τα τετράδια ήταν μουντζουρωμένα.
Την εκδίκηση τους ,έπαιρναν οι μαθητές που αποφοιτούσαν, να σπάζουν τα μελανοδοχεία τους, που τότε τα λέγαμε «καλαμάρια», στο τοίχο του σχολείου.
Η Ντίνα Τσιρπέλη ήταν σπουδαία δασκάλα . Θεωρώ με όσα μας έμαθε, έβαλε τις βάσεις για την περαιτέρω πορεία του καθενός μας.
Ο Τσιρπέλης συνέχισε την τακτική της γυναίκας του. Ήταν αυστηρός αλλά ήταν δίκαιος. Είχε στόχο να μας μεταδώσει γνώσεις και όχι μόνο. Είχε μία πλατύτερη αντίληψη ως προς την σχέση δασκάλου παιδιών και τι θα έπρεπε να μας διδάξει. Μας είχε-στις μεγάλες τάξεις- τρία χρόνια . Γνώριζε το κάθε τι για τον καθένα μας και συνέβαλε καταλυτικά στην μελλοντική μας εξέλιξη και την ποιότητα της ζωής μας.
Πρώτα μας έμαθε ιστορία. Ποιοι είμαστε και ποιες είναι οι ρίζες μας. Τι σήμαινε Ελλάδα για όλο τον κόσμο. Μας μιλούσε για τον πολιτισμό της, για την κληρονομιά που άφησαν οι πρόγονοι μας στα γράμματα και τις τέχνες στη ανθρωπότητα. Για τους Παρθενώνες που έχτισαν. Για τους αγώνες τους εναντίον των βαρβάρων. Για τους ήρωες και στρατηλάτες.
Στις εθνικές γιορτές για μια εβδομάδα το σχολείο ζούσε σε ρυθμούς εορταστικούς. Τους ήρωες από τον Περικλή και Λεωνίδα στον Ελληνοπερσικό πόλεμο μέχρι τους Διάκο, Ανδρούτσο και Δαβάκη στους πολέμους εναντίον των Τούρκων και Γερμανοιταλών τους γνωρίζαμε όλους. Οι αίθουσες των σχολείων σημαιοστολίζονταν και στηνόταν ειδική σκηνή για να παίζουμε και να απαγγέλουμε εθνικά σκετς και ποιήματα. Μας δίδαξε ορθογραφία και αριθμητική και τόνιζε ότι μαζί με την μελέτη αποτελούν τις βάσεις για την επιτυχία μας στη ζωή. Θα πρέπει να μάθουμε, έλεγε, από αυτά που ακούμε και από αυτά που διαβάζουμε τι πρέπει να κρατούμε. Πως να γράφουμε και πώς να λογαριάζουμε σωστά. .
Μας έμαθε χειροτεχνία και στολίσαμε τους τοίχους των τάξεων με έργα μας. Μάθαμε κηπουρική και γεμίσαμε το περίβολο της αυλής με λουλούδια και δέντρα. Κάθε μαθητής είχε αναλάβει και ένα δέντρο. Τα ποτίζαμε κάθε Σάββατο αντλώντας νερό από το πηγάδι με την τουλούμπα..
Δεν παρέλειπε όταν ο καιρός ήταν καλός να μας πηγαίνει εκδρομές στο Άγιο Γεώργιο, στα Μύλια, στα διπλανά χωριά Γιακαρόμπα και Σκάρμιτσα καθώς και στον σιδηροδρομικό σταθμό όπου συναντούσαμε φίλους από τα άλλα σχολεία
Μας έκανε γυμναστική και αθλοπαιδιές. Όλα τα παιδιά αθλούμαστε και μερίμνησε να γίνει ένα σκάμμα με άμμο στο προαύλιο.
Στο τέλος της κάθε χρονιάς κάναμε γυμναστικές επιδείξεις με αγωνίσματα και τσουβαλοδρομίες.
Ήταν φυσιολάτρης και δεν επέτρεπε να σκοτώνουμε τους σπουργίτες. Συγκέντρωσε όλα τα λάστιχα (σφεντόνες) και μας μιλούσε για την χρησιμότητα κάθε πλάσματος στη φύση και ότι θα πρέπει να τα προστατεύουμε.
Λέγαμε τα κάλαντα ομαδικά και είχαμε κοινό ταμείο που χρησιμοποιείτο στις ετήσιες εκδρομές.
Το κοινό ταμείο, κρατούσε ένας συμμαθητής. Με τα χρήματα αυτά ο δάσκαλος μας είχε οργανώσει κοντινές εκδρομές στον νομό όπως Καλαμπάκα και Μετέωρα, στην Αγριά , στον Βόλο και σε άλλα αξιοθέατα μέρη.
Στην παραλία της Αγριάς παιδιά εμείς τότε σε ηλικία δέκα και έντεκα χρόνων για πρώτη φορά βρέξαμε τα πόδια μας με νερό της θάλασσας κάνοντας το πρώτο μου θαλασσινό μπάνιο.
Στις πόλεις που πηγαίναμε κανόνιζε με τους τοπικούς δασκάλους να φιλοξενούμαστε τα βράδια από τους γονείς μαθητών
Θυμάμαι στην Λάρισα ο πατέρας των μαθητών που φιλοξένησε εμένα και έναν συμμαθητή μου, ήταν αξιωματικός της Αεροπορίας. Μας πήγε στο Αεροδρόμιο και μας ανέβασε στη θέση του πιλότου ενός καταδιωκτικού που στην ζωή μου βρέθηκα για πρώτη φορά πάνω σε πολεμικό αεροπλάνο.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ ακόμη μια φορά στην γυναίκα του Ελπιδοφόρου την Ντίνα την δασκάλα μας. Ήταν αυτό που λέγεται, «Πίσω από ένα μεγάλο άνδρα, αναζητήστε την ισχυρή γυναίκα» Μπροστάρης και στυλοβάτης ο Ελπιδοφόρος στήριγμα και συνοδοιπόρος η Ντίνα. Ήμασταν πολύ τυχεροί που οι δάσκαλοι μας, έκαναν τα περισσότερα που μπορούσαν για εμάς θεωρώντας την δουλειά τους όχι επάγγελμα αλλά αποστολή.
Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018
Παιδικά παιχνίδια...... ζωής και θανάτου
Τα περισσότερα παιχνίδια μας, γίνονταν κοντά στου "Χαρίτου του αλώνι". Πιο πάνω από κει, στην ρεματιά, μετά από κάθε βροχή "κατέβαζε" πολύ άμμο και είχαμε μαζευτεί να παίξουμε.
Κάποια στιγμή ένα από παιδιά βλέπει ένα στρογγυλό μεταλλικό αντικείμενο.
Κοιταζόμαστε μεταξύ μας, σαν να ήταν το σύνθημα και μονομιάς ανεβαίνουμε όλοι στην όχθη. Κάποιος είπε να το πετροβολήσουμε. Παιδική αφέλεια και απερισκεψία στο έπακρο.
Υποψιαζόμαστε για χειροβομβίδα, αλλά κανείς δεν σταματούσε. Ρίξαμε τόσες που ένας μικρός λόφος από πέτρες την κάλυψε ολόκληρη.
Ευτυχώς δεν έσκασε και είχαμε την "μεγάλη" ιδέα να την μεταφέρουμε στο χωριό.
Κρατώντας την από τον κρίκο ένα από τα παιδιά, εμπρός εκείνος και πίσω εμείς, φτάσαμε στο χωριό.
Η παναγία ήταν που μας έσωσε. Θάνατοι παιδιών ή ακρωτηριασμοί είχαν συμβεί πολλοί την εποχή εκείνη στην ελληνική ύπαιθρο.
Την κρύψαμε στην αυλή ενός ακατοίκητου σπιτιού.
Ο φόβος ότι υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθούν άνθρωποι δεν με άφηνε να ησυχάσω.
Ο φόβος ότι υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθούν άνθρωποι δεν με άφηνε να ησυχάσω.
Το βράδυ το λέω στον θείο μου, ο οποίος θορυβήθηκε πολύ. Του έδειξα το σημείο που την είχαμε κρύψει και με έδιωξε να γυρίσω σπίτι.
Δεν γνωρίζω τι έκανε αλλά μετά από μερικές ημέρες κάτι συνέβαινε στο αλώνι.
Στο κέντρο του αλωνιού, είχαν ανάψει μια μεγάλη φωτιά, καίγοντας πουρνάρια. Δεν άφηναν τον κόσμο να πλησιάσει λιγότερο από εκατό μέτρα.
Στο κέντρο του αλωνιού, είχαν ανάψει μια μεγάλη φωτιά, καίγοντας πουρνάρια. Δεν άφηναν τον κόσμο να πλησιάσει λιγότερο από εκατό μέτρα.
Σε λίγο ένας ισχυρός κρότος ακούστηκε, σκορπίζοντας παντού στάχτες και καμμένα πουρνάρια.
Δεν έγινε λόγος ποτέ για την χειροβομβίδα και πώς βρέθηκε.
Ίσως οι γονείς των παιδιών να μη το έμαθαν ποτέ.
Το γνωρίζαμε μόνον εμείς..... τα παιδιά του Αλωνιού και......η Παναγία.
Βασίλης Καραγιάννης
Ίσως οι γονείς των παιδιών να μη το έμαθαν ποτέ.
Το γνωρίζαμε μόνον εμείς..... τα παιδιά του Αλωνιού και......η Παναγία.
Βασίλης Καραγιάννης
Τρίτη 26 Ιουνίου 2018
Του "ΧΑΡΙΤΟΥ ΤΟ ΑΛΩΝΙ"
Γράφει ο Βασίλης Καραγιάννης
Ανατολικά του χωριού, στην έξοδο προς τον Αι-Γιάννη καθώς και προς τον λόφο Φουρνά, υπήρχε ένα αρκετά εκτεταμένο πλάτωμα που οριοθετείτο από το ρέμα (το οποίο κατέβαζε νερό μόνο όταν έβρεχε) και από τα γύρω σπίτια των οικογενειών των Δερβενιώτη, Καραμπότση, Μαργαρίτη ,Χρόνη, Μαλισόβα, Χριστόπουλου και Γούμενου που το λέγαμε ‘’ΤΟΥ ΧΑΡΙΤΟΥ ΤΟ ΑΛΩΝΙ’’. Προφανώς το όνομα του το πήρε από τον ιδιοκτήτη του ( για εμάς ήταν άγνωστος) που του ανήκε ο χώρος, από παλαιότερη εποχή
Εκεί ήταν το κέντρο της συμμάζωξης των μεγάλων (γονιών) και των παιδιών του χωριού. Για τους μεγάλους υπήρχε ιδιαίτερος λόγος καθότι παρέδιδαν τα ζώα τους (κατσίκες ή αγελάδες) στους τσοπάνηδες το πρωί και τα παραλάμβαναν το σούρουπο.
Εκεί όμως ήταν και ο δικός μας χώρος. Ο χώρος για παιχνίδι, άθληση, προπόνηση, συζήτηση, κουτσομπολιό.
Εκεί μετά το σχολείο δινόταν τα ραντεβού μας και οι ώρες περνούσαν μέχρι πια που σκοτείνιαζε. Ρεύμα ηλεκτρικό στο χωριό δεν υπήρχε και μέσα στη νύχτα οι φωνές των μανάδων ακούγονταν να επιστρέψουμε, αλλά εμείς εκεί.
-Τώρα έρχομαι, τώρα έρχομαι. Όμως ξεχνούσε να επιστρέψει.
Η παρέα αποτελείτο από αρκετά παιδιά. Όλοι φίλοι.
Εκτός από τους κολλητούς, έρχονταν και αρκετά παιδιά από άλλες γειτονιές λες και ο χώρος αυτός είχε ορισθεί- το κέντρο- της νεολαίας.
Ίσως ήταν η εποχή που στο χωριό υπήρχαν πολλά παιδιά αφού στο σχολείο φοιτούσαν πάνω από εκατό. Θυμάμαι στην τάξη μου μόνο, ήμασταν περί τα είκοσι αγόρια και κορίτσια.
Οι φωνές μας ακούγονταν πολύ μακριά, αλλά ουδείς από τους περίοικους διαμαρτυρόταν. Το Αλώνι έσφυζε από ζωή.και θεωρείτο χώρος μόνον για αγόρια.
Υπήρχε όντως ένας «ρατσισμός» θα έλεγα, που μεταδόθηκε σε μας από τις προηγούμενες γενιές: «τα παιδιά (αγόρια) δεν κάνουν παρέα και δεν παίζουν με τα κορίτσια.»
Εκεί δεν θα έβλεπες κορίτσια να παίζουν, κρυφτό, κουτσό, κυνηγητό, μέλισσα ,μικρή Ελένη και μήλα και να βγαίνουν με το: "Ανέβηκα σ’ένα βουνό και είδα ένα γουρούνι το κοίταξα καλά-καλά και σούμιαζε στην μούρη".
Απεναντίας τα μικρά αγόρια έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, και «έβγαιναν» με ένα δύο τρία πήγα στην κυρία μου’δωσε ένα μήλο, το’δωσα στην κόρη έκανε ένα αγόρι.
Τα μεγάλα αγόρια παίζαμε ποδόσφαιρο, μακριά γαϊδούρα, πατίνια, βόλους, που τους λέγαμε ‘’γυάλες’’. Με τις γυάλες κέρδιζε αυτός που χτυπούσε την άλλη γυάλα σημαδεύοντάς τη ή την πλησίαζε όσο η ανοιχτή παλάμη του.
Άλλο παιχνίδι ήταν τα φυσίγγια.
Φυσίγγια ήταν παλαιοί χρησιμοποιημένοι κάλυκες από σφαίρες που βρίσκαμε στους αγρούς, κατάλοιπα, από τον πόλεμο και τον εμφύλιο.
Στήναμε τα φυσίγγια στη σειρά και όποιος τα χτυπούσε με τους βόλους τα κέρδιζε.
Το πιο απολαυστικό παιχνίδι ήταν το καροτσάκι που έμοιαζε με πατίνι αλλά ήταν με τρείς ρόδες.
Το καροτσάκι ήταν αυτοσχέδιο και το κατασκευάζαμε μόνοι μας. Απαιτείτο όμως να βρούμε ρόδες. Ο εντοπισμός τους είχε γίνει στον σιδηροδρομικό σταθμό Δομοκού που βρίσκεται κάποια χιλιόμετρα από το χωριό, που για μας ήταν περίπατος να φτάσουμε εκεί.
Ο ΟΣΕ χρησιμοποιούσε τα ράουλα αυτά να συγκρατούν τα σύρματα της τηλεφωνικής γραμμής μεταξύ των σταθμών. Όσα θεωρούσε ότι είναι ακατάλληλα τα πετούσε. Ήταν εύκολα να τα βρούμε και να τα χρησιμοποιήσουμε ως ρόδες στα καροτσάκια ή στα πατίνια. Όμως τα ράουλα περιμετρικά ήταν κοίλα και χωνόντουσαν στο χώμα του δρόμου. Έπρεπε να βρούμε λύση. Η λύση βρέθηκε.
Ήταν οι λαστιχένιοι ιμάντες από τα δυναμό των τρακτέρ. Ο ιμάντας τυλιγόταν γύρω στο ράουλο και γινόταν η τέλεια ρόδα. Όμως τα τρακτέρ του χωριού δεν ξεπερνούσαν τα πέντε και θα έπρεπε να έχουν καταστραφεί για να μας τα δώσουν. Έτυχε να’ ρθει στη γειτονιά μας ένα ξένο τρακτέρ από άλλο χωριό. Εντοπίσαμε με τον Μηνά ότι δίπλα στον οδηγό ήταν κρεμασμένος ένας ιμάντας. Μετά από σύσκεψη αποφασίσαμε να τον πάρουμε.
Η επιθυμία υπερίσχυσε της σύνεσης. Ο ένας κρατούσε τσίλιες και ο άλλος με προφυλάξεις πήγε και να τον πάρει. Όμως πάνω στην ώρα ήρθε ο οδηγός και έτσι διακόπηκε η ατασθαλία στην γέννηση της.
Όμως μετά το ξανασκεφτήκαμε και αυτό μας συνέτισε ξεχνώντας πια τις ρόδες.
Το παιχνίδι, μας έφερνε πείνα. Σταματούσαμε, τρέχαμε στο σπίτι παίρναμε ένα κομμάτι ψωμί και επιστρέφαμε.
Ποδόσφαιρο παίζαμε αλλά μπάλες δεν υπήρχαν. Οι μπάλες μας ήταν αυτοσχέδιες από πανιά η κονσερβοκούτια.
Παπούτσια ,όταν παίζαμε μπάλα, βέβαια δεν φορούσαμε για να μη τα χαλάμε. Θυμάμαι τα δάκτυλα των ποδιών μου ήταν πάντοτε ματωμένα.
Το τραύμα, με νερό από το πηγάδι και λίγη σάλτσα τομάτα πάνω του, περνούσε.
Όσον αφορά τα ρούχα που φορούσαμε, ουδείς νοιαζόταν αν ήταν λερωμένα. Τινάζαμε την σκόνη και τη λάσπη πριν επιστρέψουμε στο σπίτι και πάντα είχαμε μια δικαιολογία για τους δικούς μας.
Το χειμώνα φορούσαμε παπούτσια γαλότσες και το καλοκαίρι όποιος γονιός είχε χρήματα αγόραζε αθλητικά ΕΛΒΙΕΛΑ η ΑΛΥΣΙΔΑ που τα προσέχαμε σαν τα μάτια μας, γιατί το κόστος ήταν μεγάλο.
Σπάνια κάποια από τα παιδιά τις Κυριακές και γιορτές μόνο, φορούσαν δερμάτινα παπούτσια που τα ονομάζαμε σκαρπίνια. Στις δερμάτινες σόλες, οι γονείς κάρφωναν μεταλλικά πεταλάκια, για να μη φθείρονται.
Η αλάνα και οι δρόμοι ήταν από χώμα και όταν έβρεχε γέμιζαν με λάσπη. Ποτέ δεν φορούσαμε την καλή φορεσιά στην αλάνα. Η καλή φορεσιά ήταν για την εκκλησία που ήταν ντρίλινο κοντό παντελονάκι και πουκαμισάκι ραμμένο στην μοδίστρα. Τα φανελάκια και οι κάλτσες ήταν μάλλινα και τα έπλεκαν οι μανάδες.
Τα καλοκαίρια μετά το ηλιοβασίλεμα όταν αποκαμωμένοι από το παιχνίδι, όλα τα αγόρια μαζευόμαστε στο πίσω μέρος του σπιτιού του Μηνά που είχε ένα πλατύ παράθυρο και ορθογώνιες πέτρες που τις χρησιμοποιούσαμε για καθίσματα.
Ήταν το βραδινό μας στέκι. Εκεί γινόταν ο απολογισμός της ημέρας αλλά έβγαινε και η εφημερίδα. Καθόμαστε όλοι μέχρι αργά και ο καθένας συζητούσε και διηγείτο περιπέτειες και ιστορίες με κοπέλες. Ήταν η ηλικία που άρχισε να μας –τσιγκλάει- το ωραίο φύλο. Ο καθένας προσπαθούσε να εντυπωσιάσει τους άλλους με τα κατορθώματα του και τις επιδόσεις του. Όλοι γνωρίζαμε ότι οι ιστορίες όλων περιείχαν μυθοπλαστικά στοιχεία αλλά λίγο αυτό μετρούσε. Ο κορμός του δέντρου απέναντι μας είχε καταπληγωθεί από τις καρδούλες και τα αρχικά που σκαλίζαμε.
Κατόπιν το ρίχναμε στο τραγούδι- και αλήθεια- δεν έλλειπε ο ρομαντισμός. Θυμάμαι!
Σε ωραίο περιβόλι αγαπώ ένα χελιδόνιΤα αστέρια έβγαιναν και το Αλώνι φεγγοβόλαγε . Η νύχτα προχωρούσε και εμείς να μη ξεκολλάμε από τις θέσεις μας. Οι μανάδες από μακριά πάλι καλούσαν τα παιδιά τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Τ’ αγαπώ μ’ αυτό με βρίζει την καρδούλα μου ραγίζει.
Όμως εμείς εκεί, γαντζωμένοι έξω από το παράθυρο του σπιτιού του Μηνά, στου Χαρίτου το Αλώνι, να συζητούμε και να πλάθουμε όνειρα για τη ζωή μας.
V.K.
Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018
Του Αι Γιάννη του κλήδονα
Γράφει ο Βασίλης Καραγιάννης
Χθές ήταν του Αι Γιάννη του κλήδονα (24 Ιουνίου)
Ήταν μεγάλη γιορτή στις μέρες μας ιδιαίτερα για τις κοπελιές.
Νέοι από τις δύο γειτονιές ανηφορίζαμε στο λόφο ‘’Φουρνά’’ και ανάβαμε φωτιές με πουρνάρια, ποιός θα παραβγεί με την πιο μεγάλη.
Στην πλατεία έξω από την εκκλησία οι κάτοικοι άναβαν φωτιά και πηδούσαν από πάνω της. Σύμφωνα με την παράδοση η φωτιά επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλάσσονται από το κακό. Ουσιαστικά ο «κλήδονας» σχετιζόταν με μια λαϊκή μαντική διαδικασία η οποία λέγετο ότι αποκαλύπτει στις άγαμες κοπέλες την ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου.
Σύμφωνα με το έθιμο την παραμονή του Αϊ Γιαννιού οι κοπέλες μαζεύονταν σε ένα από τα σπίτια του χωριού και μία κοπέλα πήγαινε στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη όπου υπήρχε μια ανάυρα να φέρει το «αμίλητο νερό» και στη διαδρομή προς το σπίτι δεν μιλούσε σε κανέναν. Στο σπίτι το νερό έμπαινε σε πήλινο δοχείο μέσα στο οποίο κάθε κοπέλα έριχνε ένα προσωπικό της αντικείμενο προσευχόμενη παράλληλα στον Αϊ Γιάννη.
Το δοχείο σκεπαζόταν με κόκκινο ύφασμα και έμεινε όλο το βράδυ σε ανοιχτό χώρο. Το ίδιο βράδυ λέγεται ότι τα κορίτσια έβλεπαν στον ύπνο τους τον μέλλοντα σύζυγο τους.
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012
Ποδοσφαιρικός αγώνας Νέου Μοναστηρίου - Θαυμακός
Ποδοσφαιρικός αγώνας Νέου Μοναστηρίου - Θαυμακού 5 -1 το 1985
Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012
"Τα Παιδιά Από Το Δομοκό" στο Πουρνάρι 1987
Τα ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΟΜΟΚΟ σε εκδήλωση του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Πουρναρίου το 1987
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012
Εσύ τι νοσταλγείς;

συντάκτης του άρθρου
Kάπου στο αχανές του διαδικτύου κυκλοφορεί μια φωτογραφία που απεικονίζει μια κασέτα κι ένα μολύβι. Και που κάτω στη λεζάντα γράφει «οι νέες γενιές δε θα μάθουν ποτέ τι σχέση έχουν αυτά τα δύο».
Τη βρήκα αστεία και συνάμα μελαγχολική. Είναι αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση που σου αφήνει η νοσταλγία. Γιατί, ναι όσο κι αν έχει προοδεύσει η τεχνολογία, όσο κι τα βήματα που έχουμε κάνει είναι υπέρ του δέοντος σημαντικά, όσο κι αν εγώ η ίδια ακόμα, δηλώνω λάτρης του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών για τη διευκόλυνση που μας έχουν προσφέρει τόσο απλόχερα, στιγμές με πιάνω να αναπολώ συνήθειες και αντικείμενα του παρελθόντος. Τις κασέτες, τα γράμματα, τους δίσκους. Πράγματα που ο χρόνος τα έχει πάρει μαζί του. Πράγματα που έχουν χαθεί κι άλλα που οδεύουν προς τη λήθη. Όλα τούτα που όταν ανοίγει το σεντούκι των αναμνήσεων, δεν έχουν μυρωδιά ναφθαλίνης. Κάθε άλλο. Έχουν «άρωμα» παιδικών αναμνήσεων, σαν η τότε ζωή μας να έχει αφήσει πάνω τους μια γλύκα.
Ναι, ας πούμε, είναι μαγικό που μπορείς και χωράς δισκοθήκες ολόκληρες σε ένα σκληρό δίσκο, που δε ξεπερνά το μέγεθος ενός βιβλίου. Που μπορείς ανά πάσα στιγμή να αναγνωρίσεις το τραγούδι που ακούγεται στο χώρο και να το βρεις σε δευτερόλεπτα στο youtube. Να το ακούσεις. Να το έχεις (ίσως και δωρεάν) στον υπολογιστή σου σε λίγα λεπτά. Όμως, κάπως μου λείπει εκείνο το τότε που περιμέναμε πάνω από το ραδιόφωνο για να ακούσουμε το τραγούδι που ζητήσαμε. Που με προσμονή πατούσαμε το «record» για να το αποθηκεύσουμε σε κάποια κασέτα. Που το ακούγαμε έπειτα ηχογραφημένο μαζί με τη φωνή του ραδιοφωνικού παραγωγού. Κι έπειτα, που συλλέγαμε τα «καλύτερα» , τα αγαπημένα μας, σε άλλες κασέτες για να τις χαρίσουμε. Ίσως και με κάποια αφιέρωση.
Και ήταν ωραία που αντί για λίστες φακέλων με ονόματα «τάδε full discography» είχαμε δίσκους. Περιμέναμε την κυκλοφορία τους, συρρέαμε στο κοντινό δισκοπωλείο, κι ύστερα τρέχαμε όλο προσμονή να ανοίξουμε τη συσκευασία, να ξεφυλλίσουμε το συνοδευτικό βιβλιαράκι, να χαζέψουμε τις φωτογραφίες, να διαβάσουμε τους στίχους. Σαν ιεροτελεστία. Το δισκάκι πλημμύριζε το χώρο μελωδίες. Που τις ακούγαμε προσεκτικά. Πριν η ακρόαση γίνει κατανάλωση.
Όπως επίσης είναι, ας πούμε, μαγικό που μπορείς να στείλεις εκτενέστατα μηνύματα μέσα σε λίγα λεπτά και να λάβεις απάντηση άμεσα. Αλλά να κάπως έχω την αίσθηση πως όσο και να «προσωποποιούμε» τούτα τα ψηφιακά μηνύματα με επιλογή γραμματοσειράς, χρωμάτων και μεγεθύνσεων, πάντα κάτι θα λείπει σε σχέση με τα άλλα, τα χάρτινα γράμματα. Που μπορεί και να μην έφταναν ποτέ ή να έφταναν όταν ο καιρός είχε περάσει κι άλλα, δεκάδες πράγματα είχαν συμβεί στο μεσοδιάστημα. Σίγουρα καθόλου πρακτικό. Αλλά εκείνα τα λόγια στο χαρτί, οι μουτζούρες απ’ το στυλό για κάτι που έπρεπε να γραφτεί αλλιώς, το κίτρινο κουτί, τα γραμματόσημα, η προσμονή τα πρωινά για τον φάκελο κάτω από την πόρτα, είχαν μια δόση ρομαντισμού, που καμιά φορά είναι τόσο αναγκαίος – ίσως πιο αναγκαίος από τις παροδικές διευκολύνσεις.
Ίσως να είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αντιστέκομαι πεισματικά στους ηλεκτρονικούς αναγνώστες. Περισσότερο από φόβο, ότι το βιβλίο θα ακολουθήσει την πορεία των παραπάνω. Μπορεί από καιρό να μοιράζω τις αγορές μου σε ψηφιακά και τούβλινα βιβλιοπωλεία, όμως δε νιώθω ακόμα έτοιμη να αποχωριστώ το χάρτινο βιβλίο μου. Θα γίνει. Όλα δείχνουν πως θα γίνει. Γιατί αν αγαπάς το διάβασμα, είναι πρακτικά αδύνατο επί του παρόντος, να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις οικονομικά (άλλη και μεγάλη συζήτηση αυτή που αφορά στις τιμές των βιβλίων και δη των ελληνικών). Για αυτούς που η ανάγνωση είναι ανάγκη και όχι πολυτέλεια, οι e-readers είναι μάλλον μονόδρομος – ακόμα και για πρακτικούς λόγους. Όμως, να, είναι που πώς μπορείς να υποκαταστήσεις αυτό το πρώτο ξεφύλλισμα, τα λόγια στο οπισθόφυλλο, τη μυρωδιά του βιβλίου;
Δεν είναι μόνον τα αντικείμενα. Φυσικά. Στο μυαλό μου τριγυρνά εκείνος ο στίχος «σούπερ μάρκετ ζωές και χαμένες στιγμές…» και αμέσως σκέφτομαι τις καλοκαιρινές βόλτες. Ακόμα και σήμερα, χαμογελώ σα μικρό παιδί όταν βλέπω παρέες μαζεμένες στις γειτονιές, στις αυλές, στα μπαλκόνια. Είναι ωραία αυτή η αίσθηση που δημιουργούν αυτές οι μοιρασμένες στιγμές. Όχι δια της οθόνης. Όχι δια πληκτρολογημένων μηνυμάτων. Όχι σα μοναξιές ενωμένες. Αλλά σαν παρέα. Που γελά, μαλώνει, θυμώνει, φωνάζει και πάλι απ’ την αρχή. Που γεμίζει το χώρο ουσιαστικά. Που πολυκύμαντες ζωές αφήνονται για λίγο και γίνονται νωχελικές. Σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία περνούν από το νου καλοκαίρια σε γειτονιές, με παγωτά, αναψυκτικά, συζητήσεις των μεγάλων και παρακάλια για να «μείνουμε λίγο ακόμα έξω».
Όλα τούτα ίσως να ακούγονται άτοπα, υπερβολικά ή κάτι παρόμοιο. Μπορεί και να είναι. Μπορεί ο χρόνος να λειαίνει τις γωνίες, μπορεί να ‘ναι όπως τα λόγια εκείνου του βιβλίου, που η συγγραφέας του έλεγε «δεν εμπιστεύομαι τις αναμνήσεις, βουτάνε στο συναίσθημα και θολώνουν την εικόνα»1. Μπορεί. Έχουμε άλλωστε την τάση να ωραιοποιούμε τα όσα έχουν παρέλθει. Και σίγουρα αυτή η νοσταλγία είναι παροδική.
Δεν γίνεται να υποτιμήσει κανείς το πόσο τυχεροί είμαστε, που μπορούμε να έχουμε δίπλα μας ανά πάσα στιγμή όσους δεν είναι κοντά. Που μπορούμε να γράφουμε, να βλέπουμε, να ακούμε, να συνομιλούμε, να γνωρίζουμε, να μαθαίνουμε, να διασκεδάζουμε τόσο εύκολα και τόσο ανέξοδα. Ναι, αυτό το «παράθυρο» που έχουμε στον κόσμο είναι ανεκτίμητης αξίας. Όμως, να, είναι που καμιά φορά μυρωδιές κι εικόνες σε ταξιδεύουν προς τα πίσω. Και ποιος μπορεί να αρνηθεί πως κι ετούτα τα ταξίδια έχουν μια ομορφιά; Είναι οι σταθερές μας. Είναι όλα αυτά που έχουν διαμορφώσει το σήμερα και τα αύριο μας.
Πηγή
Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012
Η ζωή στην τσαρική Ρωσία
12 σπάνιες έγχρωμες φωτογραφίες
Ποταμός Sim, 1910
Γυναίκες από την Αρμενία με ενδυμασία διακοπών στην επαρχία Αρτβίν. μεταξύ 1905 και 1915.
Εργασία στο ορυχείο Bakalskii, 1910
Στις σιδηροδρομικές γραμμές Murmansk, 1915
Χωριατοπούλες, 1909
Καραβάνα με καμήλες στέπα Golodnaia, μεταξύ 1905 και 1915
Στην εποχή της συγκομιδής, 1909
Δύο κρατούμενοι με δεσμά, μεταξύ 1905 και 1915
Τοποθεσία Bayga κοντά στη Σαμαρκάνδη, μεταξύ 1905 και 1915
Κέντρο ελέγχου σηματοδότησης στο χωριό Burkovo, 1909
Ηλιοβασίλεμα στην πόλη Gagra, μεταξύ 1905 και 1910
Παρέα ανδρών, περιοχή Murman, 1915
www.tampouloukia.gr
Κυριακή 24 Ιουνίου 2012
Βασίλης Ραχούτης: Ο ήρωας του Σάμινα

Επιμνημόσυνη δέηση για τον Στρατιώτη (ΠΖ), Βασίλη Ραχούτη, σήμερα Κυριακή 24 Ιουνίου στις 11:00 το πρωί στα Καμένα Βούρλα, στο προαύλιο χώρο του ιερού ναού του Αγ. Παντελεήμονα.
Αμέσως μετά θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνων στην ομώνυμη προτομή.
Ο δικός μας Βασίλης, ο σύγχρονος ήρωας της Φθιώτιδας, πριν από 12 χρόνια στη τραγωδία του "ΣΑΜΙΝΑ", 19 ετών τότε, θυσίασε την ζωή του για να σώσει όσους περισσότερους επιβάτες μπορούσε....
Για όσους δεν θυμούνται:
Εξπρές Σάμινα...
...26 Σεπτεμβρίου 2000, ώρα 22:15, νήσος Πάρος. Το Ε/Γ-Ο/Γ Εξπρές Σάμινα της εταιρείας Minoan Flying Dolphins παρεκκλίνει της καθορισμένης πορείας του και προσκρούει στο σύμπλεγμα βραχονησίδων Πόρτες, δύο ναυτικά μίλια ανοιχτά της Πάρου. Στο θάλαμο επιχειρήσεων του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (ΥΕΝ) το περιστατικό αρχικά δεν εμπνέει ανησυχία. Ωστόσο, οι επιβαίνοντες επικοινωνούν με τηλεοπτικούς σταθμούς και δίνουν την πραγματική διάσταση του συμβάντος. Το Σάμινα βυθίζεται!
Πάνω στο Σάμινα επικρατεί χάος. Άνθρωποι τρέχουν αριστερά και δεξιά, προκειμένου να βρουν κάποιο μέσο να σωθούν, άλλοι πηδούν στα αφρισμένα κύματα, ενώ η συσκότιση (αποτέλεσμα ηλεκτρικής βλάβης) δυσχεραίνει τις προσπάθειες επιβατών και πληρώματος να διαφύγουν. Το καράβι βυθίζεται μέσα σε περίπου 25 λεπτά.
Το ΥΕΝ αφυπνίζεται, κινητοποιεί το Λιμεναρχείο Πάρου και διατάσσει όλα τα παραπλέοντα σκάφη να σπεύσουν στον τόπο της τραγωδίας, όπου πνέουν άνεμοι εντάσεως οκτώ μποφόρ. Πρώτοι φτάνουν οι ψαράδες της Πάρου που σώζουν δεκάδες ναυαγούς, ενώ στη «μάχη» ρίχνονται τα σκάφη του Λιμενικού, αλλά και βρετανικά πολεμικά που συμμετέχουν σε άσκηση.
Στο μεταξύ, σύγχυση επικρατεί σχετικά με τον αριθμό των επιβαινόντων. Η πλοιοκτήτρια εταιρεία κάνει λόγο για 447 επιβάτες και 64μελές πλήρωμα, πληροφορίες όμως αναφέρουν ότι είναι πολύ περισσότεροι. Οι πρώτοι διασωθέντες αποβιβάζονται στην Πάρο και προωθούνται στο Κέντρο Υγείας του νησιού, για να μεταφερθούν στη συνέχεια και να φιλοξενηθούν σε ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια που προσέφερε ο δήμος.
Με το πρώτο φως της ημέρας αποκαλύπτεται το μέγεθος της τραγωδίας. Ο αριθμός των θυμάτων συνεχώς αυξάνεται. Από 40 στους 42, τους 59, τους 63, τους 74, τους 79 και τελικά στους 82 νεκρούς. Η μεγαλύτερη ναυτική τραγωδία στη χώρα μας από την εποχή της Φαλκονέρας.
Από εκεί και πέρα αρχίζει ο «χορός» των ευθυνών, καθώς όλοι τις αποποιούνται! Ο πλοίαρχος του Σάμινα κατηγορεί τον υποπλοίαρχο, ο υποπλοίαρχος το... πηδάλιο που δεν υπάκουσε, η πλοιοκτήτρια το πλήρωμα, η αντιπολίτευση την κυβέρνηση, η κυβέρνηση την ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι επιβάτες κάνουν λόγο για εγκληματική αδιαφορία του πληρώματος, ενώ συγκινητική είναι η αποκάλυψη ότι 21 φαντάροι που επέστρεφαν στη Σάμο από άδεια έσωσαν δεκάδες συνανθρώπους τους, διακινδυνεύοντας την ίδια τους τη ζωή...
lamiareport.gr
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
H ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
Σημαίνει κι η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
Κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας,
Φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ'αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ'άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν'στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ρτούνε τρία καράβια
Το να να πάρει το Σταυρό και τ'άλλο το Βαγγέλιο,
Το τρίτο,το καλύτερο,την ΄Αγια Τράπεζά μας,
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε ,κι εδάκρυσαν οι εικόνες.
«ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ,
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ ΝΑΙ»
Το τραγούδι που ακούγεται στο βίντεο είναι το "Της άρνης το νερό" με ερμηνευτή τον Σταύρο Σιόλα και κέρδισε το πρώτο βραβείο του φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης και είναι σε σύνθεση και στίχο του ίδιου.
Σημαίνει κι η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
Κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας,
Φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού κι απ'αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ'άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν'στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ρτούνε τρία καράβια
Το να να πάρει το Σταυρό και τ'άλλο το Βαγγέλιο,
Το τρίτο,το καλύτερο,την ΄Αγια Τράπεζά μας,
Μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε ,κι εδάκρυσαν οι εικόνες.
«ΣΩΠΑΣΕ ΚΥΡΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΟΛΥΔΑΚΡΥΖΕΙΣ,
ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ ΝΑΙ»
![]() |
| H Κωνσταντινούπολη το 1450 |
Της Άρνης το νερό
Της Άρνης το νερό
Της αρνησιάς...
Της αρνησιάς τη βρύση
Της Άρνης το νερό
το ήπιες και...
το ήπιες και μ' αρνήθης
Αχ, αγάπη μου, στα χείλη στάξε να το πιω
της Άρνης το πικρό νερό,
κι αν σε ξεχάσω, αν σ'αρνηθώ
και πάλι εσένα άμα σε δω
κι αν σε ξεχάσω, αν σ' αρνηθώ
και πάλι εσένα θ' αγαπώ
Της λήθης το στενό
το πέρασες...
το πέρασες κι εχάθης
Αχ, αγάπη μου, στα χείλη στάξε να το πιω
της Άρνης το πικρό νερό,
κι αν σε ξεχάσω, αν σ'αρνηθώ
και πάλι εσένα άμα σε δω
κι αν σε ξεχάσω, αν σ' αρνηθώ
και πάλι εσένα θ' αγαπώ
στα χείλη στάξε να το πιω
της Άρνης το πικρό νερό,
κι αν σε ξεχάσω, αν σ'αρνηθώ
και πάλι εσένα άμα σε δω
κι αν σε ξεχάσω, αν σ' αρνηθώ
και πάλι εσένα θ' αγαπώ...
greekalert
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















